Την ώρα που η κυβέρνηση Trump εμφανίζεται να επιδιώκει μια διπλωματική διευθέτηση με τη Μόσχα, άλλοι ισχυροί μηχανισμοί της αμερικανικής εξουσίας φέρονται να υποστηρίζουν τη συνέχιση της στρατιωτικής αντιπαράθεσης
Η προοπτική ειρήνευσης στην Ουκρανία προσκρούει σε ένα θεμελιώδες πρόβλημα: οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν εμφανίζονται ως ένας ενιαίος και συνεκτικός διαπραγματευτικός παράγοντας.
Αντίθετα, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του πρώην αναλυτή της CIA Larry Johnson, η αμερικανική πολιτική χαρακτηρίζεται από εσωτερικές αντιθέσεις, συγκρούσεις συμφερόντων και διαφορετικές στρατηγικές επιδιώξεις μεταξύ του Λευκού Οίκου, του Κογκρέσου, των υπηρεσιών πληροφοριών και του στρατιωτικοβιομηχανικού συμπλέγματος.
Το αποτέλεσμα είναι μια παράδοξη κατάσταση: ενώ η κυβέρνηση Trump εμφανίζεται να επιδιώκει μια διπλωματική διευθέτηση με τη Μόσχα, άλλοι ισχυροί μηχανισμοί της αμερικανικής εξουσίας φέρονται να υποστηρίζουν τη συνέχιση της στρατιωτικής αντιπαράθεσης.
1. Η αμερικανική διπλωματία απέναντι στις εσωτερικές αντιφάσεις της Ουάσιγκτον
Στον πυρήνα της ανάλυσης του Johnson βρίσκεται η εκτίμηση ότι η Ουάσιγκτον δεν διαθέτει σήμερα την πολιτική συνοχή που απαιτείται για μια αξιόπιστη ειρηνευτική πρωτοβουλία.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις στο Κογκρέσο, η επιρροή της πολεμικής βιομηχανίας και η διαφορετική προσέγγιση των υπηρεσιών ασφαλείας δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο κάθε προσπάθεια αποκλιμάκωσης μπορεί να υπονομευθεί εκ των έσω.
Η συνέχιση της στρατιωτικής βοήθειας προς το Κίεβο δεν αποτελεί απλώς ζήτημα υποστήριξης της Ουκρανίας.
Συνδέεται επίσης με την πολιτική αντιπαράθεση στο εσωτερικό των ΗΠΑ, τη διατήρηση της αμερικανικής επιρροής στην Ευρώπη και τα συμφέροντα της αμυντικής βιομηχανίας.
Έτσι, η ειρήνη μετατρέπεται σε αντικείμενο εσωτερικής πολιτικής σύγκρουσης, ενώ η συνέχιση του πολέμου εξακολουθεί να εξυπηρετεί ισχυρά συμφέροντα.

2. Η ενεργειακή αντίφαση: Όταν οι κυρώσεις συγκρούονται με τον οικονομικό πραγματισμό
Η ενεργειακή διάσταση αποκαλύπτει ίσως με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο τα όρια της αμερικανικής στρατηγικής.
Η ανάγκη εξασφάλισης επαρκών ποσοτήτων diesel και η πίεση στις εγχώριες τιμές καυσίμων ώθησαν την κυβέρνηση Trump να εξετάσει την προσωρινή χαλάρωση περιορισμών στις ρωσικές ενεργειακές προμήθειες.
Η αντίφαση είναι προφανής: η ίδια χώρα που πρωτοστατεί στην οικονομική απομόνωση της Ρωσίας αναγκάζεται, όταν οι εσωτερικές της ανάγκες το επιβάλλουν, να αναζητήσει λύσεις μέσω της συνεργασίας με τη Μόσχα.
Ο Johnson αποδίδει αυτή την εξέλιξη στην αποτυχία της δυτικής πολιτικής κυρώσεων να λάβει επαρκώς υπόψη την αλληλεξάρτηση των ενεργειακών αγορών.
Υποστηρίζει επίσης ότι οι επιθέσεις σε ρωσικές ενεργειακές εγκαταστάσεις και διυλιστήρια συνέβαλαν στην επιδείνωση των πιέσεων στην αγορά καυσίμων.
Το ουσιαστικό συμπέρασμα, ωστόσο, παραμένει: η οικονομική πραγματικότητα μπορεί να αναγκάσει ακόμη και τις ισχυρότερες δυνάμεις να αναθεωρήσουν πολιτικές που μέχρι πρότινος παρουσίαζαν ως αδιαπραγμάτευτες.
3. Το νέο αμερικανικό σχέδιο: Ειρήνη μέσω έμμεσου εξαναγκασμού
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η προσέγγιση του Andrew Korybko, ο οποίος περιγράφει έναν διαφορετικό μηχανισμό προώθησης της ειρήνης.
Με αφορμή τις τοποθετήσεις του Jared Kushner για τις αρχές μιας νέας ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφάλειας, ο Korybko υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση Trump θα μπορούσε να επιδιώξει μια συμφωνία χωρίς να επιβάλει επισήμως στις ευρωπαϊκές χώρες και στην Ουκρανία συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές.
Η μέθοδος θα ήταν ο έμμεσος εξαναγκασμός, μέσω οικονομικών και στρατηγικών πιέσεων.
Ειδικότερα, προτείνει:
• Πίεση προς την Ευρώπη μέσω της ενέργειας: Η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να περιορίσει τις εξαγωγές αμερικανικών ενεργειακών προϊόντων προς την Ευρώπη, ωθώντας τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να επανεξετάσουν την εισαγωγή ρωσικού φυσικού αερίου μέσω αγωγών.
• Περιορισμό των στρατιωτικών προμηθειών προς την Ουκρανία. Η μείωση των αμερικανικών αποστολών όπλων θα μπορούσε να αυξήσει την πίεση στο Κίεβο για αποδοχή συμβιβασμών.
• Νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας: Η αναδιάταξη των στρατιωτικών δυνάμεων του ΝΑΤΟ και η δημιουργία μηχανισμών αμοιβαίας διαφάνειας και αποτροπής θα μπορούσαν να αποτελέσουν μέρος μιας ευρύτερης συμφωνίας με τη Ρωσία.
• Οικονομική επαναπροσέγγιση με τη Μόσχα: Η αποκατάσταση ενεργειακών και εμπορικών σχέσεων, ενδεχομένως με αμερικανική συμμετοχή, θα μπορούσε να δημιουργήσει νέα οικονομικά συμφέροντα υπέρ της διατήρησης της ειρήνης.
Η κεντρική ιδέα είναι ότι η Ουάσιγκτον δεν χρειάζεται απαραίτητα να επιβάλει δημόσια τις απαιτήσεις της. Θα μπορούσε να διαμορφώσει τις οικονομικές και στρατηγικές συνθήκες μέσα στις οποίες Ευρώπη και Ουκρανία θα οδηγηθούν σε συγκεκριμένες επιλογές.
Πρόκειται για μια μορφή γεωπολιτικού εξαναγκασμού με πολιτικά συγκεκαλυμμένα μέσα, την οποία ο Korybko περιγράφει ως «δημιουργικό εξαναγκασμό» και «εύλογα αρνήσιμες» πρακτικές.

4. Η Ρωσία και το αδιέξοδο μιας απλής κατάπαυσης του πυρός
Το σημαντικότερο εμπόδιο στις διαπραγματεύσεις παραμένει η διαφορετική αντίληψη των δύο πλευρών για το περιεχόμενο της ειρήνης.
Για την Ουάσιγκτον και τους Ευρωπαίους συμμάχους της, μια συμφωνία θα μπορούσε να ξεκινήσει από το πάγωμα των εχθροπραξιών και τη διαμόρφωση ενός πλαισίου εγγυήσεων ασφαλείας.
Για τη Μόσχα, όπως εκτιμά ο Johnson, μια απλή κατάπαυση του πυρός δεν συνιστά επαρκή λύση.
Η ρωσική πλευρά θεωρεί ότι μια προσωρινή ανακωχή θα μπορούσε να προσφέρει στην Ουκρανία τον απαραίτητο χρόνο για ανασυγκρότηση, επανεξοπλισμό και αναδιοργάνωση των στρατιωτικών της δυνάμεων.
Επομένως, το ζητούμενο για τη Ρωσία δεν είναι απλώς να σταματήσουν οι μάχες, αλλά να δημιουργηθούν συνθήκες που θα αποκλείουν την επανάληψη της σύγκρουσης.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται οι ρωσικές απαιτήσεις για το καθεστώς ασφαλείας της Ουκρανίας, το ζήτημα της ένταξης στο ΝΑΤΟ, τα εδαφικά δεδομένα και οι πολιτικές και πολιτισμικές εγγυήσεις που θέτει η Μόσχα.
Οι απαιτήσεις αυτές συγκρούονται με τη θέση της ουκρανικής κυβέρνησης περί κυριαρχίας και ελευθερίας επιλογής των διεθνών συμμαχιών της.
5. Η Ευρώπη ανάμεσα στην αμερικανική προστασία και την ενεργειακή εξάρτηση
Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα ιδιαίτερα δύσκολο στρατηγικό δίλημμα.
Από τη μία πλευρά, εξακολουθεί να εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από την αμερικανική στρατιωτική προστασία και τις δυνατότητες του ΝΑΤΟ. Από την άλλη, η ενεργειακή αποσύνδεση από τη Ρωσία έχει αυξήσει το κόστος και έχει περιορίσει τις διαθέσιμες επιλογές της.
Στο σενάριο που περιγράφει ο Korybko, η κυβέρνηση Trump θα μπορούσε να αξιοποιήσει ακριβώς αυτή την εξάρτηση ως διαπραγματευτικό μοχλό.
Η Ευρώπη θα καλούνταν ουσιαστικά να επιλέξει μεταξύ της διατήρησης μιας πολιτικής αντιπαράθεσης με τη Ρωσία και της αποδοχής μιας νέας ισορροπίας ασφαλείας, στην οποία η οικονομική συνεργασία με τη Μόσχα θα επανερχόταν σταδιακά.
Μια τέτοια εξέλιξη θα συνιστούσε σημαντική ανατροπή της ευρωπαϊκής στρατηγικής των τελευταίων ετών. Θα μπορούσε, όμως, να δημιουργήσει και νέες εξαρτήσεις, εάν η Ουάσιγκτον διατηρούσε καθοριστικό ρόλο στις ενεργειακές και οικονομικές σχέσεις της Ευρώπης με τη Ρωσία.

6. Γιατί η πραγματική συμφωνία παραμένει εξαιρετικά δύσκολη - αν όχι αδύνατη
,
Οι δύο αναλύσεις συγκλίνουν σε ένα βασικό σημείο: η ειρήνη δεν εξαρτάται μόνο από τη βούληση των ηγετών που κάθονται στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Εξαρτάται από το εάν μπορούν να ελέγξουν τους εσωτερικούς μηχανισμούς ισχύος των κρατών τους και να επιβάλουν μια συμφωνία που θα είναι αποδεκτή από τους βασικούς παράγοντες της σύγκρουσης.
Ο Trump μπορεί να επιθυμεί μια συμφωνία με τη Μόσχα, αλλά πρέπει να αντιμετωπίσει τις αντιστάσεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ. ,
Η Ρωσία μπορεί να επιδιώκει μια νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας, αλλά δεν φαίνεται διατεθειμένη να αποδεχθεί μια εκεχειρία που θα αφήνει άθικτες τις αιτίες της σύγκρουσης.
Η Ουκρανία, από την πλευρά της, καλείται να αντιμετωπίσει εξαιρετικά δύσκολες αποφάσεις για την εδαφική της ακεραιότητα, την ασφάλεια και το μέλλον των διεθνών της συμμαχιών.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο μια διπλωματική πρωτοβουλία δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με πραγματική προοπτική ειρήνης.

Συμπέρασμα: Η ειρήνη δεν θα προκύψει μόνο από τις διαπραγματεύσεις, αλλά από τη νέα ισορροπία ισχύος
Η ουσία των δύο αναλύσεων βρίσκεται στην ανάδειξη μιας βαθύτερης γεωπολιτικής πραγματικότητας: ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει πάψει να είναι αποκλειστικά μια στρατιωτική αντιπαράθεση μεταξύ Μόσχας και Κιέβου.
Έχει μετατραπεί σε πεδίο σύγκρουσης διαφορετικών στρατηγικών συμφερόντων μέσα στη Δύση, αλλά και σε μια ευρύτερη αναμέτρηση για τη μελλοντική αρχιτεκτονική ασφάλειας της Ευρώπης.
Ο Larry Johnson υποστηρίζει ότι η εσωτερική διάσπαση του αμερικανικού συστήματος καθιστά εξαιρετικά δύσκολη μια αξιόπιστη συμφωνία. Ο Andrew Korybko, από διαφορετική αφετηρία, περιγράφει πώς ο Trump θα μπορούσε να αξιοποιήσει την αμερικανική ενεργειακή, οικονομική και στρατιωτική ισχύ για να εξαναγκάσει τους Ευρωπαίους και τους Ουκρανούς σε παραχωρήσεις.
Οι δύο προσεγγίσεις, παρά τις διαφορές τους, αναδεικνύουν το ίδιο παράδοξο: η Ουάσιγκτον εμφανίζεται ταυτόχρονα ως πιθανός διαμεσολαβητής και ως δύναμη που μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά τη συνέχιση ή τον τερματισμό της σύγκρουσης.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι απλώς εάν θα υπάρξει συμφωνία στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Είναι εάν θα διαμορφωθεί μια νέα ισορροπία ασφαλείας που θα αντιμετωπίζει τις αιτίες της σύγκρουσης ή εάν θα επιλεγεί μια προσωρινή διευθέτηση, η οποία απλώς θα μεταθέσει τον επόμενο γύρο της αντιπαράθεσης.
Η ειρήνη δεν είναι μόνο ζήτημα διπλωματικής βούλησης. Είναι ζήτημα συσχετισμού ισχύος, αμοιβαίων εγγυήσεων και πολιτικής αξιοπιστίας. Και όσο αυτές οι προϋποθέσεις δεν συνυπάρχουν, το τραπέζι των διαπραγματεύσεων κινδυνεύει να παραμείνει περισσότερο χώρος διαχείρισης της σύγκρουσης παρά πραγματικής επίλυσής της.
www.bankingnews.gr
Αντίθετα, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του πρώην αναλυτή της CIA Larry Johnson, η αμερικανική πολιτική χαρακτηρίζεται από εσωτερικές αντιθέσεις, συγκρούσεις συμφερόντων και διαφορετικές στρατηγικές επιδιώξεις μεταξύ του Λευκού Οίκου, του Κογκρέσου, των υπηρεσιών πληροφοριών και του στρατιωτικοβιομηχανικού συμπλέγματος.
Το αποτέλεσμα είναι μια παράδοξη κατάσταση: ενώ η κυβέρνηση Trump εμφανίζεται να επιδιώκει μια διπλωματική διευθέτηση με τη Μόσχα, άλλοι ισχυροί μηχανισμοί της αμερικανικής εξουσίας φέρονται να υποστηρίζουν τη συνέχιση της στρατιωτικής αντιπαράθεσης.
1. Η αμερικανική διπλωματία απέναντι στις εσωτερικές αντιφάσεις της Ουάσιγκτον
Στον πυρήνα της ανάλυσης του Johnson βρίσκεται η εκτίμηση ότι η Ουάσιγκτον δεν διαθέτει σήμερα την πολιτική συνοχή που απαιτείται για μια αξιόπιστη ειρηνευτική πρωτοβουλία.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις στο Κογκρέσο, η επιρροή της πολεμικής βιομηχανίας και η διαφορετική προσέγγιση των υπηρεσιών ασφαλείας δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο κάθε προσπάθεια αποκλιμάκωσης μπορεί να υπονομευθεί εκ των έσω.
Η συνέχιση της στρατιωτικής βοήθειας προς το Κίεβο δεν αποτελεί απλώς ζήτημα υποστήριξης της Ουκρανίας.
Συνδέεται επίσης με την πολιτική αντιπαράθεση στο εσωτερικό των ΗΠΑ, τη διατήρηση της αμερικανικής επιρροής στην Ευρώπη και τα συμφέροντα της αμυντικής βιομηχανίας.
Έτσι, η ειρήνη μετατρέπεται σε αντικείμενο εσωτερικής πολιτικής σύγκρουσης, ενώ η συνέχιση του πολέμου εξακολουθεί να εξυπηρετεί ισχυρά συμφέροντα.
2. Η ενεργειακή αντίφαση: Όταν οι κυρώσεις συγκρούονται με τον οικονομικό πραγματισμό
Η ενεργειακή διάσταση αποκαλύπτει ίσως με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο τα όρια της αμερικανικής στρατηγικής.
Η ανάγκη εξασφάλισης επαρκών ποσοτήτων diesel και η πίεση στις εγχώριες τιμές καυσίμων ώθησαν την κυβέρνηση Trump να εξετάσει την προσωρινή χαλάρωση περιορισμών στις ρωσικές ενεργειακές προμήθειες.
Η αντίφαση είναι προφανής: η ίδια χώρα που πρωτοστατεί στην οικονομική απομόνωση της Ρωσίας αναγκάζεται, όταν οι εσωτερικές της ανάγκες το επιβάλλουν, να αναζητήσει λύσεις μέσω της συνεργασίας με τη Μόσχα.
Ο Johnson αποδίδει αυτή την εξέλιξη στην αποτυχία της δυτικής πολιτικής κυρώσεων να λάβει επαρκώς υπόψη την αλληλεξάρτηση των ενεργειακών αγορών.
Υποστηρίζει επίσης ότι οι επιθέσεις σε ρωσικές ενεργειακές εγκαταστάσεις και διυλιστήρια συνέβαλαν στην επιδείνωση των πιέσεων στην αγορά καυσίμων.
Το ουσιαστικό συμπέρασμα, ωστόσο, παραμένει: η οικονομική πραγματικότητα μπορεί να αναγκάσει ακόμη και τις ισχυρότερες δυνάμεις να αναθεωρήσουν πολιτικές που μέχρι πρότινος παρουσίαζαν ως αδιαπραγμάτευτες.
3. Το νέο αμερικανικό σχέδιο: Ειρήνη μέσω έμμεσου εξαναγκασμού
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η προσέγγιση του Andrew Korybko, ο οποίος περιγράφει έναν διαφορετικό μηχανισμό προώθησης της ειρήνης.
Με αφορμή τις τοποθετήσεις του Jared Kushner για τις αρχές μιας νέας ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφάλειας, ο Korybko υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση Trump θα μπορούσε να επιδιώξει μια συμφωνία χωρίς να επιβάλει επισήμως στις ευρωπαϊκές χώρες και στην Ουκρανία συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές.
Η μέθοδος θα ήταν ο έμμεσος εξαναγκασμός, μέσω οικονομικών και στρατηγικών πιέσεων.
Ειδικότερα, προτείνει:
• Πίεση προς την Ευρώπη μέσω της ενέργειας: Η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να περιορίσει τις εξαγωγές αμερικανικών ενεργειακών προϊόντων προς την Ευρώπη, ωθώντας τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να επανεξετάσουν την εισαγωγή ρωσικού φυσικού αερίου μέσω αγωγών.
• Περιορισμό των στρατιωτικών προμηθειών προς την Ουκρανία. Η μείωση των αμερικανικών αποστολών όπλων θα μπορούσε να αυξήσει την πίεση στο Κίεβο για αποδοχή συμβιβασμών.
• Νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας: Η αναδιάταξη των στρατιωτικών δυνάμεων του ΝΑΤΟ και η δημιουργία μηχανισμών αμοιβαίας διαφάνειας και αποτροπής θα μπορούσαν να αποτελέσουν μέρος μιας ευρύτερης συμφωνίας με τη Ρωσία.
• Οικονομική επαναπροσέγγιση με τη Μόσχα: Η αποκατάσταση ενεργειακών και εμπορικών σχέσεων, ενδεχομένως με αμερικανική συμμετοχή, θα μπορούσε να δημιουργήσει νέα οικονομικά συμφέροντα υπέρ της διατήρησης της ειρήνης.
Η κεντρική ιδέα είναι ότι η Ουάσιγκτον δεν χρειάζεται απαραίτητα να επιβάλει δημόσια τις απαιτήσεις της. Θα μπορούσε να διαμορφώσει τις οικονομικές και στρατηγικές συνθήκες μέσα στις οποίες Ευρώπη και Ουκρανία θα οδηγηθούν σε συγκεκριμένες επιλογές.
Πρόκειται για μια μορφή γεωπολιτικού εξαναγκασμού με πολιτικά συγκεκαλυμμένα μέσα, την οποία ο Korybko περιγράφει ως «δημιουργικό εξαναγκασμό» και «εύλογα αρνήσιμες» πρακτικές.
4. Η Ρωσία και το αδιέξοδο μιας απλής κατάπαυσης του πυρός
Το σημαντικότερο εμπόδιο στις διαπραγματεύσεις παραμένει η διαφορετική αντίληψη των δύο πλευρών για το περιεχόμενο της ειρήνης.
Για την Ουάσιγκτον και τους Ευρωπαίους συμμάχους της, μια συμφωνία θα μπορούσε να ξεκινήσει από το πάγωμα των εχθροπραξιών και τη διαμόρφωση ενός πλαισίου εγγυήσεων ασφαλείας.
Για τη Μόσχα, όπως εκτιμά ο Johnson, μια απλή κατάπαυση του πυρός δεν συνιστά επαρκή λύση.
Η ρωσική πλευρά θεωρεί ότι μια προσωρινή ανακωχή θα μπορούσε να προσφέρει στην Ουκρανία τον απαραίτητο χρόνο για ανασυγκρότηση, επανεξοπλισμό και αναδιοργάνωση των στρατιωτικών της δυνάμεων.
Επομένως, το ζητούμενο για τη Ρωσία δεν είναι απλώς να σταματήσουν οι μάχες, αλλά να δημιουργηθούν συνθήκες που θα αποκλείουν την επανάληψη της σύγκρουσης.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται οι ρωσικές απαιτήσεις για το καθεστώς ασφαλείας της Ουκρανίας, το ζήτημα της ένταξης στο ΝΑΤΟ, τα εδαφικά δεδομένα και οι πολιτικές και πολιτισμικές εγγυήσεις που θέτει η Μόσχα.
Οι απαιτήσεις αυτές συγκρούονται με τη θέση της ουκρανικής κυβέρνησης περί κυριαρχίας και ελευθερίας επιλογής των διεθνών συμμαχιών της.
5. Η Ευρώπη ανάμεσα στην αμερικανική προστασία και την ενεργειακή εξάρτηση
Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα ιδιαίτερα δύσκολο στρατηγικό δίλημμα.
Από τη μία πλευρά, εξακολουθεί να εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από την αμερικανική στρατιωτική προστασία και τις δυνατότητες του ΝΑΤΟ. Από την άλλη, η ενεργειακή αποσύνδεση από τη Ρωσία έχει αυξήσει το κόστος και έχει περιορίσει τις διαθέσιμες επιλογές της.
Στο σενάριο που περιγράφει ο Korybko, η κυβέρνηση Trump θα μπορούσε να αξιοποιήσει ακριβώς αυτή την εξάρτηση ως διαπραγματευτικό μοχλό.
Η Ευρώπη θα καλούνταν ουσιαστικά να επιλέξει μεταξύ της διατήρησης μιας πολιτικής αντιπαράθεσης με τη Ρωσία και της αποδοχής μιας νέας ισορροπίας ασφαλείας, στην οποία η οικονομική συνεργασία με τη Μόσχα θα επανερχόταν σταδιακά.
Μια τέτοια εξέλιξη θα συνιστούσε σημαντική ανατροπή της ευρωπαϊκής στρατηγικής των τελευταίων ετών. Θα μπορούσε, όμως, να δημιουργήσει και νέες εξαρτήσεις, εάν η Ουάσιγκτον διατηρούσε καθοριστικό ρόλο στις ενεργειακές και οικονομικές σχέσεις της Ευρώπης με τη Ρωσία.
6. Γιατί η πραγματική συμφωνία παραμένει εξαιρετικά δύσκολη - αν όχι αδύνατη
,
Οι δύο αναλύσεις συγκλίνουν σε ένα βασικό σημείο: η ειρήνη δεν εξαρτάται μόνο από τη βούληση των ηγετών που κάθονται στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Εξαρτάται από το εάν μπορούν να ελέγξουν τους εσωτερικούς μηχανισμούς ισχύος των κρατών τους και να επιβάλουν μια συμφωνία που θα είναι αποδεκτή από τους βασικούς παράγοντες της σύγκρουσης.
Ο Trump μπορεί να επιθυμεί μια συμφωνία με τη Μόσχα, αλλά πρέπει να αντιμετωπίσει τις αντιστάσεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ. ,
Η Ρωσία μπορεί να επιδιώκει μια νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας, αλλά δεν φαίνεται διατεθειμένη να αποδεχθεί μια εκεχειρία που θα αφήνει άθικτες τις αιτίες της σύγκρουσης.
Η Ουκρανία, από την πλευρά της, καλείται να αντιμετωπίσει εξαιρετικά δύσκολες αποφάσεις για την εδαφική της ακεραιότητα, την ασφάλεια και το μέλλον των διεθνών της συμμαχιών.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο μια διπλωματική πρωτοβουλία δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με πραγματική προοπτική ειρήνης.
Συμπέρασμα: Η ειρήνη δεν θα προκύψει μόνο από τις διαπραγματεύσεις, αλλά από τη νέα ισορροπία ισχύος
Η ουσία των δύο αναλύσεων βρίσκεται στην ανάδειξη μιας βαθύτερης γεωπολιτικής πραγματικότητας: ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει πάψει να είναι αποκλειστικά μια στρατιωτική αντιπαράθεση μεταξύ Μόσχας και Κιέβου.
Έχει μετατραπεί σε πεδίο σύγκρουσης διαφορετικών στρατηγικών συμφερόντων μέσα στη Δύση, αλλά και σε μια ευρύτερη αναμέτρηση για τη μελλοντική αρχιτεκτονική ασφάλειας της Ευρώπης.
Ο Larry Johnson υποστηρίζει ότι η εσωτερική διάσπαση του αμερικανικού συστήματος καθιστά εξαιρετικά δύσκολη μια αξιόπιστη συμφωνία. Ο Andrew Korybko, από διαφορετική αφετηρία, περιγράφει πώς ο Trump θα μπορούσε να αξιοποιήσει την αμερικανική ενεργειακή, οικονομική και στρατιωτική ισχύ για να εξαναγκάσει τους Ευρωπαίους και τους Ουκρανούς σε παραχωρήσεις.
Οι δύο προσεγγίσεις, παρά τις διαφορές τους, αναδεικνύουν το ίδιο παράδοξο: η Ουάσιγκτον εμφανίζεται ταυτόχρονα ως πιθανός διαμεσολαβητής και ως δύναμη που μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά τη συνέχιση ή τον τερματισμό της σύγκρουσης.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι απλώς εάν θα υπάρξει συμφωνία στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Είναι εάν θα διαμορφωθεί μια νέα ισορροπία ασφαλείας που θα αντιμετωπίζει τις αιτίες της σύγκρουσης ή εάν θα επιλεγεί μια προσωρινή διευθέτηση, η οποία απλώς θα μεταθέσει τον επόμενο γύρο της αντιπαράθεσης.
Η ειρήνη δεν είναι μόνο ζήτημα διπλωματικής βούλησης. Είναι ζήτημα συσχετισμού ισχύος, αμοιβαίων εγγυήσεων και πολιτικής αξιοπιστίας. Και όσο αυτές οι προϋποθέσεις δεν συνυπάρχουν, το τραπέζι των διαπραγματεύσεων κινδυνεύει να παραμείνει περισσότερο χώρος διαχείρισης της σύγκρουσης παρά πραγματικής επίλυσής της.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών